Βαθύ κράτος και νεοναζί/Η περίπτωση των 3 της NSU

Κοίτα να δεις. Κοίτα να δεις που συμβαίνουν κι αλλού. Αυτός θα μπορούσε να είναι ο τίτλος του κειμένου. Γιατί η υπόθεση που θ’ αναφέρουμε παρακάτω ανοίγει ένα μικρό παράθυρο στον κόσμο που παρουσιάζει κάποιες αναλογίες (αν και όχι ομοιότητες) με την κατάσταση εδώ.

θύματα-νεοναζίΣτα μέσα του περασμένου Νοέμβρη έκανε το σύντομο πέρασμά του από τα ελληνικά media ένα πολύ σοβαρό θέμα: αφορούσε την δράση μιας μικρής (;) ομάδας ναζί, που από το 2000 έως το 2007 δολοφόνησαν (τουλάχιστον) οχτώ τούρκους κι έναν έλληνα μετανάστη, καθώς και μια αστυνομικό, σε διάφορες γερμανικές πόλεις. Ο σχετικός ντόρος που προκλήθηκε στη Γερμανία ανάγκασε το κοινοβούλιο να υιοθετήσει ομόφωνο ψήφισμα «καταδίκης του ακροδεξιού εξτρεμισμού και του ρατσισμού». Αυτός ο ντόρος έφτασε μάλιστα μέχρι το σημείο να συζητείται σοβαρά (το πόσο θα φανεί) από τον αρμόδιο υπουργό εσωτερικών η απαγόρευση του NPD, που είναι ο μεγαλύτερος ακροδεξιός πολιτικός φορέας, εκπροσωπείται σε τοπικά κοινοβούλια κρατιδίων και δήμων και έχει στις τάξεις του αρκετούς ναζί και πρώην σκίνχεντς από συμμορίες του δρόμου. Το ίδιο το NPD προσπάθησε ν’ αποστασιοποιηθεί από τη δράση της NSU (National Socialist Underground, είναι το όνομα της οργάνωσης) και τα μέλη της ως φυσικά πρόσωπα, αλλά τελικά δεν τα κατάφερε, αφού δημοσιεύτηκαν φωτογραφίες που απεικονίζουν τον τωρινό φύρερ του NPD στην ίδια διαδήλωση με κάποια από τα πιθανολογούμενα μέλη αυτής της οργάνωσης.

Συνέχεια

Η γενεαλογία του ναζιστικού χαιρετισμού

πηγή:εφημερίδα των συντακτών

August-LandmesserΓιατί χαιρετά ο κόσμος;

Η ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΑΖΙΣΤΙΚΟΥ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ

Γιατί χαιρετάνε ναζιστικά οι χρυσαυγίτες; Ποια είναι η προέλευση αυτού του τόσο συζητημένου χαιρετισμού; Ποιος είναι ο πρώτος που τον εμπνεύστηκε; Ο Χίτλερ, ο Μουσολίνι, οι αρχαίοι Ελληνες, οι Ρωμαίοι ή μήπως το Χόλιγουντ;

Γράφει ο ΙΟΣ

Στην πρώτη ανοιχτή μετεκλογική συγκέντρωση της οργάνωσής του, τον περασμένο Οκτώβριο, ο Νικόλαος Μιχαλολιάκος δεν δίστασε να υψώσει το χέρι του στον γνωστό χαιρετισμό των ομοϊδεατών του όλου του κόσμου. Ήταν η συγκέντρωση της νεολαίας της Χρυσής Αυγής και ο Αρχηγός φρόντισε με την προκλητική χειρονομία να εξασφαλίσει την απαραίτητη τηλεοπτική κάλυψη, ακολουθώντας την πετυχημένη συνταγή της οργάνωσης.
Φυσικά συμπλήρωσε την κίνησή του αυτή με την απαραίτητη επίθεση στους πολιτικούς: «Αυτά τα χέρια μπορεί καμιά φορά να χαιρετάνε έτσι. Αλλά είναι καθαρά χέρια. Δεν είναι βρόμικα. Δεν έχουν κλέψει» (20.10.2012).
Βέβαια τα χέρια που χαιρετούσαν μ’ αυτό τον τρόπο στην ιστορία δεν ήταν καθόλου καθαρά. Οι ηγέτες των ολοκληρωτικών καθεστώτων που επέβαλαν αυτό τον χαιρετισμό είχαν βουτήξει τα χέρια τους στο αίμα εκατομμυρίων ανθρώπων και κυβέρνησαν σε συνθήκες απόλυτης διαφθοράς.
Πάντως, ο ναζιστικός χαιρετισμός του αρχηγού της Χρυσής Αυγής ήταν έκπληξη μόνο για όσους δεν θέλουν ακόμα να πιστέψουν τι ακριβώς συμβαίνει μ’ αυτή την οργάνωση. Μιλάμε για εκείνους που δεν πίστευαν στα μάτια τους όταν ο ίδιος άνθρωπος χαιρετούσε με τον ίδιο προκλητικό τρόπο μέσα στην αίθουσα του δημοτικού συμβουλίου της Αθήνας, το φθινόπωρο του 2010, μετά την πρώτη εκλογική επιτυχία της οργάνωσής του.
Από τότε και σε κάθε ευκαιρία ο αρχηγός και τα μέλη της οργάνωσης σηκώνουν τα «καθαρά» τους χέρια στον ίδιο επιδεικτικό χαιρετισμό: μπροστά στο άγαλμα του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, κάτω από τα γραφεία της οργάνωσης το βράδυ των εκλογών, με κάθε άλλη αφορμή στο κέντρο της Αθήνας. Αλλά τι ακριβώς χαιρετούν οι ναζιστές;

Συνέχεια

“Η φαιά πανούκλα” του Ντανιέλ Γκερέν (e-book)


Γερμανία 1933: το κίνημα του εθνικοσοσιαλισμού έχει ήδη αναπτυχθεί. Οι Ναζί καταλαμβάνουν την εξουσία. Ο Γκερέν σ΄αυτό το βιβλίο παραθέτει με ένα γλαφυρό τρόπο και με επιτόπιο ρεπορτάζ, τις θέσεις και τις απόψεις τους. Με ρίσκο ακόμη και της ζωής του επισκέπτεται δύο φορές τη Γερμανία. Ιδιαίτερα τη δεύτερη φορά, κάνει το γύρο όλης της Γερμανίας με ποδήλατο, κρύβοντας τα ρεπορτάζ στους σωλήνες του ποδηλάτου του. Τα ρεπορτάζ αυτά δημοσιεύτηκαν το 1933 στη Γαλλία, χάρη στον Λέο Μπλουμ στην εφημερίδα «La Populaire». Πρόκειται για την αρχή του βιβλίου «Fascisme et grand capital» που κυκλοφόρησε το 1933. Αρκετοί αναρωτιούνται πως οι σύγχρονοι νεοναζί υποκλέπτουν θέσεις και συνθήματα αναρχικών, παρουσιάζοντάς τα σαν δικά τους. Στη σημερινή εποχή καταχράζονται έννοιες όπως η αυτονομία, η αυτοδιαχείριση και η δημοκρατία. Διαβάζοντας το βιβλίο καταλαβαίνει κανείς, πως διάφορα αντικαπιταλιστικά κινήματα, όπως η λατρείας της φύση, το new wave, κινήματα που έμοιαζαν με τους χίπις, η χορτοφαγία, και άλλα πολλά, αφομοιώθηκαν από το ναζισμό. Εξαιρετικά ζωντανή αποτύπωση της στάσης ανθρώπων, συλλογικοτήτων κι οργανώσεων απέναντι στην επερχόμενη καταιγίδα, στην πιο κρίσιμη και ταυτόχρονα αποκαλυπτική στιγμή της ιστορίας του ναζιστικού φαινομένου.

PORAJMOS: η άγνωστη γενοκτονία

από το περιοδικό antifa BARRICADA τεύχος 10

Η πορεία των Ρομά στην Ευρώπη είναι γεμάτη με ιστορίες εθνοκάθαρσης, εξευτελισμού, βασανιστηρίων, απαγωγών παιδιών, καταναγκαστικής εργασίας. Για αιώνες οι τσιγγάνοι ήταν στιγματισμένοι σαν εγκληματίες, κοινωνικά απόβλητοι και αγύρτες. Το 16ο και 17ο αιώνα, ο διωγμός των τσιγγάνων είναι καθεστώς σε όλη την Ευρώπη με διάφορες μορφές: εξόντωση με «φωτιά και σίδερο» στη Γαλλία, καταδίκη σε εξορία όλων ανεξαιρέτως από την Ισπανία, κρέμασμα στην Αγγλία και προσπάθειες εξαναγκασμένης αφομοίωσης σε άλλες χώρες. Στη Ρουμανία ήταν για αιώνες σκλάβοι: η μακραίωνη δουλεία τους τερματίστηκε μόλις το 1856. Ο διωγμός των τσιγγάνων έφτασε όμως στη συμβολική και υλική κορύφωσή του στη ναζιστική Γερμανία.
Στα πρώτα χρόνια του Τρίτου Ράιχ οι Ρομά αποτέλεσαν ένα πρόβλημα για τη φυλετική ιδεολογία του Χίτλερ. Ήδη είχε επικρατήσει ως πιο αξιόπιστη η εκδοχή ότι οι Ρομά είχαν μεταναστεύσει περίπου τον 11ο αιώνα μ.Χ από την περιοχή Punjab της Ινδίας αφού η γλώσσα τους είχε αξιοσημείωτες ομοιότητες με τα ινδικά και την αρχαία σανσκριτική. Με άλλα λόγια οι Ρομά μιλούσαν μία Ινδο-ευρωπαϊκή γλώσσα, απόδειξη της Άρειας καταγωγής τους. Από την αρχή όμως οι ναζί είχαν αποφασίσει να εξαφανίσουν τους Ρομά αφού ήδη από το 1933 είχαν εξαγγείλει το στόχο τους: να σταματήσουν την αναπαραγωγή της «ανάξιας να βιωθεί» ζωής. Τελικά ο ναζί φυλετιστής Hans Gunther προσέθεσε έναν κοινωνικοοικονομικό παράγοντα στην θεωρία της φυλετικής καθαρότητας. Αν και παραδέχτηκε ότι οι Ρομά είναι πράγματι απόγονοι Άρειων, προσέθεσε ότι ανήκαν στις φτωχές τάξεις και ανακατεύτηκαν με τις «κατώτερες» φυλές κατά τη διάρκεια της περιπλάνησής τους. Αυτή η φυλετική επιμειξία, που εξηγούσε τη φτώχια και το νομαδισμό τους, απειλούσε την άρεια ομοιογένεια. Οι τσιγγάνοι έγιναν έτσι άθελά τους ο λόγος να μπολιαστεί ο καθαρός ναζί φυλετισμός με κοινωνικά κριτήρια και το 1935 με τους νόμους της Νυρεμβέργης μπήκαν στην κατηγορία των «ακοινωνικών» αφού τους αφαιρέθηκε η ιθαγένεια.
Το 1942 ο Χίμλερ διέταξε τη μεταφορά των Ρομά στο Άουσβιτς Μπιρκενάου, διαταγή που αντιστοιχεί στην απόφαση για την «τελική λύση» στο εβραϊκό «πρόβλημα». Το Νοέμβριο του 1943 οι Ρομά μπήκαν στο ίδιο επίπεδο με τους Εβραίους και τοποθετήθηκαν σε στρατόπεδα εξόντωσης. Στις 2 Αυγούστου του 1944 (μέρα που καθιερώθηκε ως Ημέρα Μνήμης του Αφανισμού των Ρομά – Porajmos στα τσιγγάνικα) εξοντώθηκαν σε θαλάμους αερίων όσοι είχαν απομείνει στο Άουσβιτς. Η πολιτική εξόντωσης εφαρμόστηκε και σε περιοχές τις οποίες έλεγχαν οι ναζί καθώς και σε συμμαχικές χώρες, ειδικά στην Κροατία, τη Σλοβακία, τη Ρουμανία και την Ουγγαρία. Στην Κεντρική Ευρώπη, στο προτεκτοράτο της Βοημίας και Μοραβίας, η εξόντωσή τους ήταν τόσο εκτενής που η βοημική τσιγγάνικη διάλεκτος εξαφανίστηκε. Μελετητές υποστηρίζουν ότι σχεδόν ολόκληρος ο τσιγγάνικος πληθυσμός εξοντώθηκε στην Κροατία, την Εσθονία, τη Λιθουανία, το Λουξεμβούργο και την Ολλανδία. Ο συνολικός αριθμός των δολοφονημένων από τους ναζί κυμαίνεται από 220 χιλιάδες μέχρι 1,5 εκατομμύριο, είναι αδύνατον όμως να υπολογιστεί ο ακριβής αριθμός γιατί δεν υπήρχαν στατιστικές για τον πληθυσμό τους πριν τον πόλεμο.
Ο διωγμός των τσιγγάνων επισκιάστηκε από τη γενοκτονία των εβραίων. Μόνο τα τελευταία χρόνια η Ρομά κοινότητα έχει αξιώσει την αναγνώρισή του. Άλλωστε δεν υπάρχει καμία κρατική οντότητα που θα υποστηρίξει αυτή την υπόθεση. Ακόμη κι αν σήμερα ο «επαναπατρισμός» και ο αποκλεισμός έχουν αντικαταστήσει τη συστηματική εξόντωση, οι ζωές των 8 εκατομμυρίων τσιγγάνων που ζουν στην Ευρώπη, μοιάζουν όπως και τότε «ζωές χωρίς αξία».

Γερμανοί αντιφασίστες στις τάξεις του ΕΛΑΣ

Tου Erik Eberhard

Ανυπακοή, αντίσταση, αυτομόληση δεν ήταν άγνωστα φαινόμενα στη Βέρμαχτ, τον γερμανικό στρατό του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ανάμεσα στο 1939 και το 1945 λειτούργησαν στη Βέρμαχτ 1.000 με 1.200 στρατοδικεία, τα οποία εκδίκασαν περίπου τρία εκατομμύρια υποθέσεις υπονόμευσης της αμυντικής ισχύος, ανυπακοής, εσχάτης προδοσίας κλπ.

Στις δίκες αυτές καταδικάσθηκαν περίπου 1,3 εκατομμύρια στρατιωτικοί, από τους οποίους οι 370.000 σε «βαριές ποινές», δηλαδή σε φυλάκιση άνω των έξι μηνών. Σε αυτές τις καταδίκες συμπεριλαμβάνονται περίπου 30.000 θανατικές, από τις οποίες εκτελέσθηκαν περισσότερες από 20.000. Επιπλέον, υπήρξε ένας μεγάλος αριθμός εκτελέσεων στρατιωτών της Βέρμαχτ που διατάχθηκαν από έκτακτα στρατοδικεία ή διαπράχθηκαν από τη στρατονομία και τα SS χωρίς να έχει προηγηθεί δίκη. Ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών του πολέμου χιλιάδες στρατιώτες απρόθυμοι να πολεμήσουν έπεσαν θύματα αυτών των συνοπτικών διαδικασιών.[1] Συνολικά η στρατιωτική δικαιοσύνη είχε περισσότερα θύματα απ’ ό,τι τα περιβόητα έκτακτα δικαστήρια και το Ανώτατο Λαϊκό Δικαστήριο, στο οποίο προήδρευε ο Ρόλαντ Άισλερ.

Συνέχεια

Κρατικός φασισμός και στρατηγική της έντασης:Το δολοφονικό τρίο της ναζιστικής NSU

αναδημοσίευση από το blog του εντύπου «αστικός τομέας»

*μετάφραση του άρθρου «Heimatschutz: Unsere StaatsNazis» από το γερμανικό περιοδικό Wildcat #92, άνοιξη 2012

Όταν το Νοέμβριο του 2011 αποκαλύφθηκε η σειρά των δολοφονιών που είχε διαπράξει η ναζιστική ομάδα «Nationalsozialistischer Untergrund», τα σχόλια των αστών δημοσιογράφων διέκριναν σε αυτές τις δολοφονίες «τη μεγαλύτερη ντροπή της γερμανικής δημοκρατίας από την ίδρυσή της». Κάποια αριστερά έντυπα όπως η ak και το AIB (Αntifassistisches Info Blatt) είδαν την «αποτυχία» των μυστικών υπηρεσιών. Στο παρόν κείμενο θέλουμε να εξηγήσουμε, για ποιο λόγο βρίσκουμε πιο ριζοσπαστική την αστική ερμηνεία (η οποία βλέπει την ευθύνη της κυβέρνησης και του κράτους), και επιπλέον να καταθέσουμε μερικές σκέψεις ώστε να μπορέσουμε να ξεπεράσουμε την αδέξια αριστερή κριτική, η οποία αφενός θέλει τον «εκδημοκρατισμό» ή ακόμα και την κατάργηση των μυστικών υπηρεσιών – και αφετέρου ποντάρει στην κρατική παρέμβαση κατά των ναζί.

Αναποδιές;

Η σειρά των δολοφονιών ήταν εφικτή μόνο με την κάλυψη των κρατικών αρχών. Σύμφωνα με την επίσημη στατιστική της αστυνομίας για τα εγκλήματα, στη Γερμανία το ποσοστό διαλεύκανσης δολοφονιών βρίσκεται πάνω από το 95%. Η στατιστική πιθανότητα να μην εξιχνιασθούν 10 δολοφονίες η μία μετά την άλλη, βρίσκεται στο 0,00%… Και χωρίς να συνυπολογίσουμε ότι η NSU πραγματοποίησε ανενόχλητα περισσότερες από δώδεκα ληστείες τραπεζών και μερικές βομβιστικές ενέργειες.

Η άποψη ότι κανείς δεν είχε αντιληφθεί τη σχέση περιεχομένου μεταξύ των δολοφονιών, είναι επίσης ψέμα. Πρώτον, οι ναζί εξυμνούσαν τις δολοφονίες εντελώς δημόσια (στο διαδίκτυο) με το τραγούδι Doener-Killer («δολοφόνος ντονεράδων»). Δεύτερον, συγγενείς των θυμάτων διοργάνωσαν διαδηλώσεις πένθους μετά την ένατη δολοφονία, με κεντρικό πανό που έγραφε «Όχι δέκατο θύμα!». Τρίτον, υπήρξαν κάποιοι λίγοι αστυνομικοί που ήθελαν να διεξάγουν έρευνες προς την κατεύθυνση των ναζί. Μετά τις πρώτες δολοφονίες οι profiler της αστυνομίας είχαν συμπεράνει ότι πρόκειται για ακροδεξιούς σειριακούς δολοφόνους. Κάποιοι μπάτσοι βγήκαν εκτός ανακριτικής διαδικασίας. Η αστυνομία ανακοίνωνε συνέχεια με στερεοτυπικό τρόπο, ότι σίγουρα δεν υπήρχε ξενοφοβικό υπόβαθρο στους φόνους. Για τη βόμβα καρφιών που εξερράγη τον Ιούνη του 2004 στην Κολωνία, ο τότε υπουργός εσωτερικών Schilly είχε δηλώσει ότι υπήρχαν ενδείξεις για «εγκληματικό περιβάλλον». Το καλοκαίρι του 2004 το κυνήγι στράφηκε στην επικινδυνότητα του ισλάμ. Τότε ο υπουργός Schilly δήλωσε: «Όποιος αγαπάει τον θάνατο, θα τον έχει!». Εκείνη τη στιγμή έπρεπε να γίνουν τα πάντα για να μην φανεί δημοσίως η σχέση μεταξύ κυβερνητικής εμπλοκής και φασιστικής τρομοκρατίας.

Συνέχεια

Μάρκο Ζερμπίνο: CasaPound Italia: για τον φασισμό του 21ου αιώνα

Αναδημοσίευση από το levga.gr

Ο φασισμός ήταν επανάσταση, η μοναδική που συντελέστηκε
πραγματικά σε αυτή τη χώρα και, κατά τη γνώμη μου,
αντιπροσώπευε ένα προοδευτικό κοινωνικό όραμα, μια
άνθηση της τέχνης, της τιμιότητας, της ειρωνείας.
Gianluca Iannone

Ο δέκατος ένατος αιώνας είναι νεκρός.
Ο εικοστός αιώνας είναι νεκρός.
Εμείς, αντίθετα, αισθανόμαστε περίφημα.
Από το Manifesto dell’estremocentroalto

Φλωρεντία, 13 Δεκεμβρίου 2011. Είναι περίπου 12:30 το μεσημέρι όταν ο Gianluca Casseri, 50 ετών, παρκάρει το αυτοκίνητό του κοντά στην υπαίθρια αγορά της Πιάτσα Νταλμάτσια, στα βόρεια προάστια της πόλης, και κατευθύνεται με γρήγορα βήματα προς το σημείο όπου συνήθως κάθονται μόνο πλανόδιοι μικροπωλητές από την Αφρική. Μόλις φτάνει στο σημείο, ο άντρας πυροβολεί μερικές φορές με το ρεβόλβερ που κρατάει, ένα Μάγκνουμ 35 7. Στο έδαφος κείτονται τα άψυχα σώματα του Samb Modou, 40 ετών, και του Diop Mor, 54 ετών· δίπλα τους κείτεται βαριά τραυματισμένος ο Moustapha Dieng, 34 ετών. Ο Casseri επιστρέφει στο αυτοκίνητό του, μπαίνει μέσα και απομακρύνεται βιαστικά. Θα ξαναεμφανιστεί δύο ώρες αργότερα, λίγο μετά τις 14:30, κοντά σε μια άλλη υπαίθρια αγορά της πόλης, αυτή του Σαν Λορέντσο. Εκεί, στο ιστορικό κέντρο της πόλης, η ρατσιστική σφαγή συνεχίζεται: αυτή τη φορά πέφτουν τραυματισμένοι από τις σφαίρες του δολοφόνου ο Sougou Mor, 32 ετών, και ο Mbenghe Cheike, 42 ετών. Λίγο αργότερα, δύο αστυνομικοί εντοπίζουν τον Casseri στο υπόγειο της αγοράς, μέσα στο αυτοκίνητό του. Αυτός, όταν τους αντιλαμβάνεται, τραβάει ξανά το πιστόλι και, ταχύτατα, στρέφει την κάνη στο λαιμό του. Ύστερα τραβάει τη σκανδάλη.

Η σφαγή της Φλωρεντίας έχει ως άμεσο αποτέλεσμα να επανέλθει στο προσκήνιο της επικαιρότητας η ακροδεξιά οργάνωση CasaPound Italia (Οικία Πάουντ Ιταλία, Cpi), μέλος της οποίας, όπως έγινε γνωστό μετά τη σφαγή, ήταν ο Cassari. Αυτή τη φορά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τόσο ο Gianluca Iannone, ιδρυτής και αδιαμφισβήτητος ηγέτης της ομάδας, όσο και η παρέα του, που συνήθως είναι προσεκτικοί και επιδέξιοι χειριστές της επικοινωνίας, θα προτιμούσαν να μη βρίσκονται στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Ενώ τα πτώματα των θυμάτων είναι ακόμα ζεστά, η Cpi εκδίδει μια ανακοίνωση στην οποία «εφιστά την προσοχή όλων ώστε να μη συσχετίσουν την τραγωδία της τρέλας που σήμερα προκάλεσε δύο νεκρούς στη Φλωρεντίας με τις πολιτικές δραστηριότητες του κινήματος». «Στο dna της CasaPound Italia», σπεύδουν να διευκρινίσουν οι συναγωνιστές, «η ξενοφοβία δεν επικροτείται, όπως δεν έχει θέση και η ρατσιστική βία».

Όσοι γνωρίζουν έστω και λίγο την ιστορία και την πολιτική δραστηριότητα της Cpi δεν εκπλήσσονται από τον εκνευρισμό και την ενόχληση των Iannone και σία για τα γεγονότα της Φλωρεντίας. Η CasaPound, προσπαθώντας εδώ και περίπου ένα χρόνο να προβάλει την εικόνα μιας οργάνωσης που τοποθετείται «πέρα» από τις «πεπαλαιωμένες» κατηγορίες της αριστεράς και της δεξιάς, μια πολιτική εμπειρία «αντικομφορμιστική», νεανική, εξεγερμένη και καινοτόμα ακόμα και μέσα στον χώρο της άκρας δεξιάς, ανέκαθεν απέρριπτε ως ψευδείς και προσχηματικές τις κατηγορίες για ρατσισμό, αντισημιτισμό, ομοφοβία και, γενικότερα, κάθε απόπειρα πολιτικών επιστημόνων ή των ΜΜΕ να την συσχετίσουν με την παραδοσιακή ιταλική δεξιά. Ορισμένοι κάπως επιφανειακοί ακαδημαϊκοί αφέθησαν να γοητευτούν από αυτή την «αυτοαφήγηση» που δημιούργησαν εκείνοι που, μεταξύ άλλων, αρέσκονται να αποκαλούνται «φασίστες της τρίτης χιλιετίας». Στη συνέχεια θα εξετάσουμε για ποιο λόγο το κίνημα του Iannone δεν παρουσιάζει καινοτόμα στοιχεία στο εσωτερικό του πανοράματος της ιταλικής άκρας δεξιάς. Για την ώρα, θα ξεκινήσουμε από μια απλούστερη ερώτηση: ποια είναι η CasaPound;

Συνέχεια

1918-1922 Arditi del Popolo

Μια ιστορία των λαϊκών πολιτοφυλακών που πολέμησαν τους Ιταλούς φασίστες, που καλύπτει τη γέννηση, την ανάπτυξη και την παρακμή της πρώτης αντιφασιστικής ομάδας στον κόσμο, των Λαϊκών Ομάδων Κρούσης.
 
Οδόφραγμα των Λ.Ο.Κ. στην Πάρμα, Αύγουστος 1922
Το τέλος του Ά Παγκοσμίου πολέμου βρήκε την εργατική τάξη της Ιταλίας σε μία κατάσταση έντονης επαναστατικής ζύμωσης. Παρότι ανέτοιμοι ακόμα να κατακτήσουν οι ίδιοι την εξουσία, οι εργάτες και οι αγρότες είχαν κερδίσει, από το 1918, μια πληθώρα παραχωρήσεων από το κράτος: μισθολογικές αυξήσεις, οχτάωρη εργασία και αναγνώριση των συλλογικών συμβάσεων.
Από το 1919, όμως, ένας νέος ριζοσπαστισμός αναδύθηκε στους κόλπους του εργατικού κινήματος. Μόνο εκείνη τη χρονιά, έγιναν 1.633 απεργίες σε όλη τη χερσόνησο, ενώ τον Αύγουστο το πρόσφατα σχηματισμένο κίνημα των εκπροσώπων των εμπορικών σωματείων του Τορίνο (ο πρόδρομος των εργατικών συμβουλίων) υπογράμμιζε την ανάπτυξη μίας νέας έντονης μαχητικότητας, που αντλούσε δύναμη από την αυτόνομη ικανότητα των εργατών να αυτοοργανώνονται σε ελευθεριακή βάση, η οποία είχε « τον πιθανό στόχο να προετοιμάσει τους ανθρώπους, τις οργανώσεις και τις ιδέες, σε μία συνεχή προεπαναστατική επιχείρηση ελέγχου, ώστε να είναι έτοιμοι να αντικαταστήσουν την εξουσία των αφεντικών στις επιχειρήσεις και να επιβάλουν μία νέα πειθαρχεία στην κοινωνική ζωή».
Στην επαρχία η αγροτιά είχε ανοίξει ένα δεύτερο μέτωπο με το κράτος, καταλαμβάνοντας τις γαίες που της είχε υποσχεθεί προπολεμικά. Ο νόμος Βισότσι, του Σεπτέμβρη του 1919, απλά νομιμοποίησε τις κοπερατίβες που είχαν ήδη στηθεί, ενώ οι «κόκκινες λίγκες» βοηθούσαν στη δημιουργεία ισχυρών σωματείων εργατών γης.

1918-1922: The Arditi del Popolo

A history of the people’s militias who fought Italy’s fascists covering the birth, growth and decline of the world’s first anti-fascist group, the Arditi del Popolo.

By the end of World War I, the working class in Italy were in a state of revolutionary ferment. Not yet ready for the conquest of power themselves, workers and peasants by 1918 had won a variety of concessions from the state: an improvement of wages, the eight-hour day, and a recognition of collective contracts.

By 1919, however, a new radicalism had descended upon the labour movement. In that year alone, there were 1,663 strikes across the peninsula, while in August the newly formed shop stewards’ movement in Turin (the forerunner to the workers’ councils) underlined the growth of a new vibrant militancy that drew its strength from the autonomous capacity of workers to organise themselves along libertarian lines and which had “the potential objective of preparing men, organisations and ideas, in a continuous pre-revolutionary control operation, so that they are ready to replace employer authority in the enterprise and impose a new discipline on social life”.*

In the countryside, the peasantry opened up a second front against the state by occupying the land that had been promised them before the war. The Visochi decree of September 1919 merely validated the co-operatives that had already been set up while the ‘red leagues’ assisted the formation of strong unions of day labourers.

However, 1919 also marked the initial signs of capital defending itself against the growing onslaught. A meeting of industrialists and landowners at Genoa in April sealed the first stages of the ‘holy alliance’ against the rise of labour power. From this meeting were drawn up plans for the formation, in the following year, of both the General Federation of Industry and the General Federation of Agriculture, which together worked out a precise strategy for the dismantling of the labour unions and the nascent councils.

Alone, however, the industrialists and landowners could not undertake the struggle against the labour movement. The workers themselves had to be cowed into submission, had to have their spirit of revolt broken on the very streets they walked and the fields they sowed. For this, capital turned to the armed thuggery of fascism, and its biggest thug of all: Benito Mussolini.

Συνέχεια

Το αμερικανικό λίφτινγκ των ναζί

Από το Ιο της ελευθεροτυπίας (27/02/2005)

ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΓΚΕΛΕΝ».

Η μεταπήδηση πρακτόρων δεν είναι κάτι περίεργο. Τι γίνεται, όμως, όταν οι νικητές απορροφούν το μηχανισμό των ηττημένων; Χάρη στα αρχεία της CIA για τη (θυγατρική της) γερμανική BND, μπορούμε να δούμε μια τέτοια «συγχώνευση» επί το έργον.

Σύμφωνα με μια πετυχημένη διατύπωση, ήταν «το χειρότερα φυλαγμένο μυστικό του Ψυχρού Πολέμου». Οι Σοβιετικοί το αντιλήφθηκαν (και το κατήγγειλαν) σχεδόν αμέσως. Ο δυτικογερμανικός τύπος τού αφιέρωσε αποκαλυπτικά ρεπορτάζ ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’50, ενώ «λαϊκά» αμερικανικά έντυπα (όπως το «Time») έσπευσαν εξίσου δημόσια να το υπερασπιστούν. Μόνο η ίδια η CIA σφύριζε αδιάφορα -για να παραδεχτεί επίσημα την ύπαρξή του μόλις τον Σεπτέμβριο του 2000, όταν ο επικείμενος αποχαρακτηρισμός των σχετικών υπηρεσιακών φακέλων απαγόρευε πια κάθε υπεκφυγή.
Ο λόγος για την εκτεταμένη μεταπολεμική στρατολόγηση ενός μεγάλου αριθμού στελεχών του χιτλερικού καθεστώτος -και μάλιστα του σκληρού πυρήνα του (μυστικές υπηρεσίες και μηχανισμοί ασφαλείας)- από τις ΗΠΑ, για να συνδράμουν την εκστρατεία του «ελεύθερου κόσμου» ενάντια στον «κομμουνιστικό κίνδυνο».
Κεντρικός πυρήνας αυτής της πολιτικής υπήρξε η «Οργάνωση Γκέλεν» (από το όνομα του επικεφαλής της, στρατηγού Ράινχαρτ φον Γκέλεν), που μετά την είσοδο της ΟΔΓ στο ΝΑΤΟ μετασχηματίστηκε στην επίσημη Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πληροφοριών (Bundesnachrichtendienst ή BND), τη σημερινή, δηλαδή, γερμανική ΕΥΠ.

Συνέχεια

Anarchist partisans in the Italian Resistance

Historical notes on the activities of anarchist partisans in the anti-fascist Resistance in Italy during World War II.

Italy formally surrendered to the Allies on 8 September 1943, though areas of central and northern Italy remained in the hands of the Germans and of the fascist Salo Republic. Anarchists immediately threw themselves into armed struggle, establishing where possible (Carrera, Pistoia, Genoa and Milan) autonomous formations, or, as was the case in most instances, joining other formations such as the socialist ‘Matteotti’ brigades, the Communist ‘Garibaldi’ brigades, the ‘Giustizia e Liberta’ units of the Action Party.

Twenty years of fascist dictatorship which, perhaps deliberately, labelled any sort of opposi- tion as ‘Communist’, exile, imprisonment and not least the quite special treatment that the post-fascist Badoglio government reserved for anarchists certainly helped make any immediate rebuilding of the organisational ranks of the libertarian movement all the more difficult. It was in this special context, marked by confusion and disorientation, that there took place a far from negligible haemorrhaging of some libertarians in the direction of the Action Party, the Socialist Party and sometimes the Communist Party. While anarchist participation in the partisan struggle was conspicuous, especially in terms of bloodshed, it also exercised little influence. This was due to the complete hegemony of social-democratic ideas across an arc of political groupings from liberals through to the Communists.

Συνέχεια

Casa Pound and the New Radical Right in Italy

http://libcom.org/library/casa-pound-new-radical-right-italy

You’d be forgiven for thinking that a group of zine-publishing techie squatters into rock music, baiting the state and defending the working class were part of the anarchist left. But, writes the Moyote Project, Italy’s Casa Pound movement is symptomatic of the radical right’s growing ability to assimilate progressive agendas into a toxic and populist political brew.

In 1973 the Italian neo-fascist group Nuova Destra (New Right) started publishing the DIY fanzine The Voice from the Sewer, as an ironic response to the left-wing slogan that incited (neo)fascists to return to the only place that they possibly could have emerged from. Yet now, more than 25 years on, it appears as if the fragmented, contradictory and unrepentant universe of the Italian radical right has crawled out of the sewer and entered the public sphere with its head held high. Armed with new tactics, a rousing new vocabulary and a rehash of old ideologies – and making use of the latest in graphic design – it has carved out for itself a space which is precariously balanced between the street and the various state institutions and are achieving pernicious success in both arenas. It labels itself the non-conforme right and ‘third millennium fascists’1. Its recent successes and new found abilities in interpreting the moods and swings of our times suggest that its recent, surprising re-emergence cannot be filed away as something symptomatic ,merely, of an appearance of detritus from the past. A closer look at its tactics, ideological baggage and at the role it plays in contemporary Italy is now more than warranted.

Συνέχεια

The Big Neo-Nazi Crib

from antifa.cz

Have you noticed the shift in image of some neo-Nazis – a shift from the skinhead-look to an anarchist/antifascist image? Whether or not you’ve noticed, you can learn more about this recent strategy of certain factions of the neo-Nazi movement from the following analysis.

Some people say that we live in a time of uncertainty. For those who watch the neo-Nazi movement from a distance it might be hard to tell if a gathering of people dressed in black is a neo-Nazi or antifascist gathering. There are people denying holocaust on some of the demonstrations in the name of freedom and people raising right hand on some of the hiphop shows. A neo-Nazi is no longer just seen as a skinhead in boots holding a beer bottle. The scene that attracts the followers of National Socialist ideology has undergone major changes in the past few years.

Συνέχεια

Για την μάχη της Cable Street

Μικρή σημείωση για τον αντιφασισμό στην Αγγλία

Το 1936 ήταν μια χρονιά όξυνσης των ανταγωνισμών, τόσο μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών -που μετά την κρίση του 1929 είχαν μπει σε μια τροχιά πολεμικής οικονομικής ανάπτυξης- όσο και κυριότερα στο εσωτερικό τους, ενάντια στο προλεταριάτο. Στην Αγγλία, η εργατική τάξη έδειχνε να μην έχει αναρρώσει ακόμη από την ήττα της Γενικής Απεργίας του 1926 και τη συνακόλουθη αποσύνθεση μέρους της Αριστεράς. Οι φιλελεύθεροι Τόρυς πατούσαν γερά στην κυβέρνηση, αποτελώντας την αιχμή του δόρατος της επίθεσης στην εργατική τάξη που έβλεπε τα πιο περιθωριοποιημένα κομμάτια της (άνεργοι κλπ) να υποτιμούνται ακόμα περισσότερο. Εκτός όμως από την κεντρική πολιτική σκηνή, μια άλλη δύναμη έκανε την εμφάνισή της, οικειοποιούμενη χαρακτηριστικά του εργατικού κινήματος (πχ. διαδηλώσεις, βία στο δρόμο): οι φασίστες.

Στα 1932, ο Sir Oswald Mosley ενοποιεί τις διάφορες φασιστικές συμμορίες σε ένα “νόμιμο” και αναγνωρίσιμο κόμμα: τη Βρετανική Ένωση Φασιστών, που θα εδραιωθεί στο δρόμο μέσω της δράσης “ομάδων περιφρούρησης”/μελανοχιτώνων που επιτίθεντο σε αντιφασίστες διαδηλωτές, και θα φτάσει τα 50.000 μέλη. Υπόψην ότι πανευρωπαϊκά, ο ολοκληρωτισμός θα προβάλει ως μια καλή λύση για την πειθάρχηση του κεφαλαίου-σε-κρίση, αλλά κυρίως της εργασίας: εξόντωση συνδικαλιστών, αναρχικών, κομμουνιστών και γενικά αντικαθεστωτικών, ήταν το πρώτο βήμα τόσο της ναζιστικής Γερμανίας, όσο και της φασιστικής Ιταλίας. Στην Ισπανία, ο εμφύλιος ακόμα μαίνεται. Επιστρέφουμε στην Αγγλία λοιπόν, και μάλιστα στην καρδιά του Λονδίνου, στην Cable Street, όπου θα επιλέξουν οι φασίστες του Mosley να κάνουν μια επίδειξη δύναμης στις 4/10/1936.

Συνέχεια