Αντιφασιστική πορεία μνήμης 8/3 6:00μμ Περιβολάκι,Νίκαια

Αντιφασιστική Πορεία Μνήμης:
Τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν 4 – 8 Μάρτη 1944 στην Κοκκινιά, αφέθηκαν στη λήθη, παραμένοντας για πολλούς, άγνωστα στις μέρες μας…
Η αφήγησή τους, αξιοποιείται κυρίαρχα από κάθε μορφή (“ριζοσπαστικής” ή συντηρητικής) εξουσίας, η οποία και αντιστρέφει το περιεχόμενο των τοπικών ιστορικών αντιφασιστικών αγώνων, απονεκρώνοντας τους και καθιστώντας τους αδρανές –  μουσειακό γεγονός…
Ενάντια στη λήθη, ενάντια στις κυρίαρχες αφηγήσεις, ανασύρουμε τις μνήμες που θα πυροδοτήσουν τους αγώνες του σήμερα…

maxi_kalesma_web1 Συνέχεια

Η γενεαλογία του ναζιστικού χαιρετισμού

πηγή:εφημερίδα των συντακτών

August-LandmesserΓιατί χαιρετά ο κόσμος;

Η ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΑΖΙΣΤΙΚΟΥ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ

Γιατί χαιρετάνε ναζιστικά οι χρυσαυγίτες; Ποια είναι η προέλευση αυτού του τόσο συζητημένου χαιρετισμού; Ποιος είναι ο πρώτος που τον εμπνεύστηκε; Ο Χίτλερ, ο Μουσολίνι, οι αρχαίοι Ελληνες, οι Ρωμαίοι ή μήπως το Χόλιγουντ;

Γράφει ο ΙΟΣ

Στην πρώτη ανοιχτή μετεκλογική συγκέντρωση της οργάνωσής του, τον περασμένο Οκτώβριο, ο Νικόλαος Μιχαλολιάκος δεν δίστασε να υψώσει το χέρι του στον γνωστό χαιρετισμό των ομοϊδεατών του όλου του κόσμου. Ήταν η συγκέντρωση της νεολαίας της Χρυσής Αυγής και ο Αρχηγός φρόντισε με την προκλητική χειρονομία να εξασφαλίσει την απαραίτητη τηλεοπτική κάλυψη, ακολουθώντας την πετυχημένη συνταγή της οργάνωσης.
Φυσικά συμπλήρωσε την κίνησή του αυτή με την απαραίτητη επίθεση στους πολιτικούς: «Αυτά τα χέρια μπορεί καμιά φορά να χαιρετάνε έτσι. Αλλά είναι καθαρά χέρια. Δεν είναι βρόμικα. Δεν έχουν κλέψει» (20.10.2012).
Βέβαια τα χέρια που χαιρετούσαν μ’ αυτό τον τρόπο στην ιστορία δεν ήταν καθόλου καθαρά. Οι ηγέτες των ολοκληρωτικών καθεστώτων που επέβαλαν αυτό τον χαιρετισμό είχαν βουτήξει τα χέρια τους στο αίμα εκατομμυρίων ανθρώπων και κυβέρνησαν σε συνθήκες απόλυτης διαφθοράς.
Πάντως, ο ναζιστικός χαιρετισμός του αρχηγού της Χρυσής Αυγής ήταν έκπληξη μόνο για όσους δεν θέλουν ακόμα να πιστέψουν τι ακριβώς συμβαίνει μ’ αυτή την οργάνωση. Μιλάμε για εκείνους που δεν πίστευαν στα μάτια τους όταν ο ίδιος άνθρωπος χαιρετούσε με τον ίδιο προκλητικό τρόπο μέσα στην αίθουσα του δημοτικού συμβουλίου της Αθήνας, το φθινόπωρο του 2010, μετά την πρώτη εκλογική επιτυχία της οργάνωσής του.
Από τότε και σε κάθε ευκαιρία ο αρχηγός και τα μέλη της οργάνωσης σηκώνουν τα «καθαρά» τους χέρια στον ίδιο επιδεικτικό χαιρετισμό: μπροστά στο άγαλμα του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, κάτω από τα γραφεία της οργάνωσης το βράδυ των εκλογών, με κάθε άλλη αφορμή στο κέντρο της Αθήνας. Αλλά τι ακριβώς χαιρετούν οι ναζιστές;

Συνέχεια

“Η φαιά πανούκλα” του Ντανιέλ Γκερέν (e-book)


Γερμανία 1933: το κίνημα του εθνικοσοσιαλισμού έχει ήδη αναπτυχθεί. Οι Ναζί καταλαμβάνουν την εξουσία. Ο Γκερέν σ΄αυτό το βιβλίο παραθέτει με ένα γλαφυρό τρόπο και με επιτόπιο ρεπορτάζ, τις θέσεις και τις απόψεις τους. Με ρίσκο ακόμη και της ζωής του επισκέπτεται δύο φορές τη Γερμανία. Ιδιαίτερα τη δεύτερη φορά, κάνει το γύρο όλης της Γερμανίας με ποδήλατο, κρύβοντας τα ρεπορτάζ στους σωλήνες του ποδηλάτου του. Τα ρεπορτάζ αυτά δημοσιεύτηκαν το 1933 στη Γαλλία, χάρη στον Λέο Μπλουμ στην εφημερίδα «La Populaire». Πρόκειται για την αρχή του βιβλίου «Fascisme et grand capital» που κυκλοφόρησε το 1933. Αρκετοί αναρωτιούνται πως οι σύγχρονοι νεοναζί υποκλέπτουν θέσεις και συνθήματα αναρχικών, παρουσιάζοντάς τα σαν δικά τους. Στη σημερινή εποχή καταχράζονται έννοιες όπως η αυτονομία, η αυτοδιαχείριση και η δημοκρατία. Διαβάζοντας το βιβλίο καταλαβαίνει κανείς, πως διάφορα αντικαπιταλιστικά κινήματα, όπως η λατρείας της φύση, το new wave, κινήματα που έμοιαζαν με τους χίπις, η χορτοφαγία, και άλλα πολλά, αφομοιώθηκαν από το ναζισμό. Εξαιρετικά ζωντανή αποτύπωση της στάσης ανθρώπων, συλλογικοτήτων κι οργανώσεων απέναντι στην επερχόμενη καταιγίδα, στην πιο κρίσιμη και ταυτόχρονα αποκαλυπτική στιγμή της ιστορίας του ναζιστικού φαινομένου.

PORAJMOS: η άγνωστη γενοκτονία

από το περιοδικό antifa BARRICADA τεύχος 10

Η πορεία των Ρομά στην Ευρώπη είναι γεμάτη με ιστορίες εθνοκάθαρσης, εξευτελισμού, βασανιστηρίων, απαγωγών παιδιών, καταναγκαστικής εργασίας. Για αιώνες οι τσιγγάνοι ήταν στιγματισμένοι σαν εγκληματίες, κοινωνικά απόβλητοι και αγύρτες. Το 16ο και 17ο αιώνα, ο διωγμός των τσιγγάνων είναι καθεστώς σε όλη την Ευρώπη με διάφορες μορφές: εξόντωση με «φωτιά και σίδερο» στη Γαλλία, καταδίκη σε εξορία όλων ανεξαιρέτως από την Ισπανία, κρέμασμα στην Αγγλία και προσπάθειες εξαναγκασμένης αφομοίωσης σε άλλες χώρες. Στη Ρουμανία ήταν για αιώνες σκλάβοι: η μακραίωνη δουλεία τους τερματίστηκε μόλις το 1856. Ο διωγμός των τσιγγάνων έφτασε όμως στη συμβολική και υλική κορύφωσή του στη ναζιστική Γερμανία.
Στα πρώτα χρόνια του Τρίτου Ράιχ οι Ρομά αποτέλεσαν ένα πρόβλημα για τη φυλετική ιδεολογία του Χίτλερ. Ήδη είχε επικρατήσει ως πιο αξιόπιστη η εκδοχή ότι οι Ρομά είχαν μεταναστεύσει περίπου τον 11ο αιώνα μ.Χ από την περιοχή Punjab της Ινδίας αφού η γλώσσα τους είχε αξιοσημείωτες ομοιότητες με τα ινδικά και την αρχαία σανσκριτική. Με άλλα λόγια οι Ρομά μιλούσαν μία Ινδο-ευρωπαϊκή γλώσσα, απόδειξη της Άρειας καταγωγής τους. Από την αρχή όμως οι ναζί είχαν αποφασίσει να εξαφανίσουν τους Ρομά αφού ήδη από το 1933 είχαν εξαγγείλει το στόχο τους: να σταματήσουν την αναπαραγωγή της «ανάξιας να βιωθεί» ζωής. Τελικά ο ναζί φυλετιστής Hans Gunther προσέθεσε έναν κοινωνικοοικονομικό παράγοντα στην θεωρία της φυλετικής καθαρότητας. Αν και παραδέχτηκε ότι οι Ρομά είναι πράγματι απόγονοι Άρειων, προσέθεσε ότι ανήκαν στις φτωχές τάξεις και ανακατεύτηκαν με τις «κατώτερες» φυλές κατά τη διάρκεια της περιπλάνησής τους. Αυτή η φυλετική επιμειξία, που εξηγούσε τη φτώχια και το νομαδισμό τους, απειλούσε την άρεια ομοιογένεια. Οι τσιγγάνοι έγιναν έτσι άθελά τους ο λόγος να μπολιαστεί ο καθαρός ναζί φυλετισμός με κοινωνικά κριτήρια και το 1935 με τους νόμους της Νυρεμβέργης μπήκαν στην κατηγορία των «ακοινωνικών» αφού τους αφαιρέθηκε η ιθαγένεια.
Το 1942 ο Χίμλερ διέταξε τη μεταφορά των Ρομά στο Άουσβιτς Μπιρκενάου, διαταγή που αντιστοιχεί στην απόφαση για την «τελική λύση» στο εβραϊκό «πρόβλημα». Το Νοέμβριο του 1943 οι Ρομά μπήκαν στο ίδιο επίπεδο με τους Εβραίους και τοποθετήθηκαν σε στρατόπεδα εξόντωσης. Στις 2 Αυγούστου του 1944 (μέρα που καθιερώθηκε ως Ημέρα Μνήμης του Αφανισμού των Ρομά – Porajmos στα τσιγγάνικα) εξοντώθηκαν σε θαλάμους αερίων όσοι είχαν απομείνει στο Άουσβιτς. Η πολιτική εξόντωσης εφαρμόστηκε και σε περιοχές τις οποίες έλεγχαν οι ναζί καθώς και σε συμμαχικές χώρες, ειδικά στην Κροατία, τη Σλοβακία, τη Ρουμανία και την Ουγγαρία. Στην Κεντρική Ευρώπη, στο προτεκτοράτο της Βοημίας και Μοραβίας, η εξόντωσή τους ήταν τόσο εκτενής που η βοημική τσιγγάνικη διάλεκτος εξαφανίστηκε. Μελετητές υποστηρίζουν ότι σχεδόν ολόκληρος ο τσιγγάνικος πληθυσμός εξοντώθηκε στην Κροατία, την Εσθονία, τη Λιθουανία, το Λουξεμβούργο και την Ολλανδία. Ο συνολικός αριθμός των δολοφονημένων από τους ναζί κυμαίνεται από 220 χιλιάδες μέχρι 1,5 εκατομμύριο, είναι αδύνατον όμως να υπολογιστεί ο ακριβής αριθμός γιατί δεν υπήρχαν στατιστικές για τον πληθυσμό τους πριν τον πόλεμο.
Ο διωγμός των τσιγγάνων επισκιάστηκε από τη γενοκτονία των εβραίων. Μόνο τα τελευταία χρόνια η Ρομά κοινότητα έχει αξιώσει την αναγνώρισή του. Άλλωστε δεν υπάρχει καμία κρατική οντότητα που θα υποστηρίξει αυτή την υπόθεση. Ακόμη κι αν σήμερα ο «επαναπατρισμός» και ο αποκλεισμός έχουν αντικαταστήσει τη συστηματική εξόντωση, οι ζωές των 8 εκατομμυρίων τσιγγάνων που ζουν στην Ευρώπη, μοιάζουν όπως και τότε «ζωές χωρίς αξία».

Γερμανοί αντιφασίστες στις τάξεις του ΕΛΑΣ

Tου Erik Eberhard

Ανυπακοή, αντίσταση, αυτομόληση δεν ήταν άγνωστα φαινόμενα στη Βέρμαχτ, τον γερμανικό στρατό του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ανάμεσα στο 1939 και το 1945 λειτούργησαν στη Βέρμαχτ 1.000 με 1.200 στρατοδικεία, τα οποία εκδίκασαν περίπου τρία εκατομμύρια υποθέσεις υπονόμευσης της αμυντικής ισχύος, ανυπακοής, εσχάτης προδοσίας κλπ.

Στις δίκες αυτές καταδικάσθηκαν περίπου 1,3 εκατομμύρια στρατιωτικοί, από τους οποίους οι 370.000 σε «βαριές ποινές», δηλαδή σε φυλάκιση άνω των έξι μηνών. Σε αυτές τις καταδίκες συμπεριλαμβάνονται περίπου 30.000 θανατικές, από τις οποίες εκτελέσθηκαν περισσότερες από 20.000. Επιπλέον, υπήρξε ένας μεγάλος αριθμός εκτελέσεων στρατιωτών της Βέρμαχτ που διατάχθηκαν από έκτακτα στρατοδικεία ή διαπράχθηκαν από τη στρατονομία και τα SS χωρίς να έχει προηγηθεί δίκη. Ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών του πολέμου χιλιάδες στρατιώτες απρόθυμοι να πολεμήσουν έπεσαν θύματα αυτών των συνοπτικών διαδικασιών.[1] Συνολικά η στρατιωτική δικαιοσύνη είχε περισσότερα θύματα απ’ ό,τι τα περιβόητα έκτακτα δικαστήρια και το Ανώτατο Λαϊκό Δικαστήριο, στο οποίο προήδρευε ο Ρόλαντ Άισλερ.

Συνέχεια

1918-1922 Arditi del Popolo

Μια ιστορία των λαϊκών πολιτοφυλακών που πολέμησαν τους Ιταλούς φασίστες, που καλύπτει τη γέννηση, την ανάπτυξη και την παρακμή της πρώτης αντιφασιστικής ομάδας στον κόσμο, των Λαϊκών Ομάδων Κρούσης.
 
Οδόφραγμα των Λ.Ο.Κ. στην Πάρμα, Αύγουστος 1922
Το τέλος του Ά Παγκοσμίου πολέμου βρήκε την εργατική τάξη της Ιταλίας σε μία κατάσταση έντονης επαναστατικής ζύμωσης. Παρότι ανέτοιμοι ακόμα να κατακτήσουν οι ίδιοι την εξουσία, οι εργάτες και οι αγρότες είχαν κερδίσει, από το 1918, μια πληθώρα παραχωρήσεων από το κράτος: μισθολογικές αυξήσεις, οχτάωρη εργασία και αναγνώριση των συλλογικών συμβάσεων.
Από το 1919, όμως, ένας νέος ριζοσπαστισμός αναδύθηκε στους κόλπους του εργατικού κινήματος. Μόνο εκείνη τη χρονιά, έγιναν 1.633 απεργίες σε όλη τη χερσόνησο, ενώ τον Αύγουστο το πρόσφατα σχηματισμένο κίνημα των εκπροσώπων των εμπορικών σωματείων του Τορίνο (ο πρόδρομος των εργατικών συμβουλίων) υπογράμμιζε την ανάπτυξη μίας νέας έντονης μαχητικότητας, που αντλούσε δύναμη από την αυτόνομη ικανότητα των εργατών να αυτοοργανώνονται σε ελευθεριακή βάση, η οποία είχε « τον πιθανό στόχο να προετοιμάσει τους ανθρώπους, τις οργανώσεις και τις ιδέες, σε μία συνεχή προεπαναστατική επιχείρηση ελέγχου, ώστε να είναι έτοιμοι να αντικαταστήσουν την εξουσία των αφεντικών στις επιχειρήσεις και να επιβάλουν μία νέα πειθαρχεία στην κοινωνική ζωή».
Στην επαρχία η αγροτιά είχε ανοίξει ένα δεύτερο μέτωπο με το κράτος, καταλαμβάνοντας τις γαίες που της είχε υποσχεθεί προπολεμικά. Ο νόμος Βισότσι, του Σεπτέμβρη του 1919, απλά νομιμοποίησε τις κοπερατίβες που είχαν ήδη στηθεί, ενώ οι «κόκκινες λίγκες» βοηθούσαν στη δημιουργεία ισχυρών σωματείων εργατών γης.

Το αμερικανικό λίφτινγκ των ναζί

Από το Ιο της ελευθεροτυπίας (27/02/2005)

ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΓΚΕΛΕΝ».

Η μεταπήδηση πρακτόρων δεν είναι κάτι περίεργο. Τι γίνεται, όμως, όταν οι νικητές απορροφούν το μηχανισμό των ηττημένων; Χάρη στα αρχεία της CIA για τη (θυγατρική της) γερμανική BND, μπορούμε να δούμε μια τέτοια «συγχώνευση» επί το έργον.

Σύμφωνα με μια πετυχημένη διατύπωση, ήταν «το χειρότερα φυλαγμένο μυστικό του Ψυχρού Πολέμου». Οι Σοβιετικοί το αντιλήφθηκαν (και το κατήγγειλαν) σχεδόν αμέσως. Ο δυτικογερμανικός τύπος τού αφιέρωσε αποκαλυπτικά ρεπορτάζ ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’50, ενώ «λαϊκά» αμερικανικά έντυπα (όπως το «Time») έσπευσαν εξίσου δημόσια να το υπερασπιστούν. Μόνο η ίδια η CIA σφύριζε αδιάφορα -για να παραδεχτεί επίσημα την ύπαρξή του μόλις τον Σεπτέμβριο του 2000, όταν ο επικείμενος αποχαρακτηρισμός των σχετικών υπηρεσιακών φακέλων απαγόρευε πια κάθε υπεκφυγή.
Ο λόγος για την εκτεταμένη μεταπολεμική στρατολόγηση ενός μεγάλου αριθμού στελεχών του χιτλερικού καθεστώτος -και μάλιστα του σκληρού πυρήνα του (μυστικές υπηρεσίες και μηχανισμοί ασφαλείας)- από τις ΗΠΑ, για να συνδράμουν την εκστρατεία του «ελεύθερου κόσμου» ενάντια στον «κομμουνιστικό κίνδυνο».
Κεντρικός πυρήνας αυτής της πολιτικής υπήρξε η «Οργάνωση Γκέλεν» (από το όνομα του επικεφαλής της, στρατηγού Ράινχαρτ φον Γκέλεν), που μετά την είσοδο της ΟΔΓ στο ΝΑΤΟ μετασχηματίστηκε στην επίσημη Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πληροφοριών (Bundesnachrichtendienst ή BND), τη σημερινή, δηλαδή, γερμανική ΕΥΠ.

Συνέχεια

Anarchist partisans in the Italian Resistance

Historical notes on the activities of anarchist partisans in the anti-fascist Resistance in Italy during World War II.

Italy formally surrendered to the Allies on 8 September 1943, though areas of central and northern Italy remained in the hands of the Germans and of the fascist Salo Republic. Anarchists immediately threw themselves into armed struggle, establishing where possible (Carrera, Pistoia, Genoa and Milan) autonomous formations, or, as was the case in most instances, joining other formations such as the socialist ‘Matteotti’ brigades, the Communist ‘Garibaldi’ brigades, the ‘Giustizia e Liberta’ units of the Action Party.

Twenty years of fascist dictatorship which, perhaps deliberately, labelled any sort of opposi- tion as ‘Communist’, exile, imprisonment and not least the quite special treatment that the post-fascist Badoglio government reserved for anarchists certainly helped make any immediate rebuilding of the organisational ranks of the libertarian movement all the more difficult. It was in this special context, marked by confusion and disorientation, that there took place a far from negligible haemorrhaging of some libertarians in the direction of the Action Party, the Socialist Party and sometimes the Communist Party. While anarchist participation in the partisan struggle was conspicuous, especially in terms of bloodshed, it also exercised little influence. This was due to the complete hegemony of social-democratic ideas across an arc of political groupings from liberals through to the Communists.

Συνέχεια

Για την μάχη της Cable Street

Μικρή σημείωση για τον αντιφασισμό στην Αγγλία

Το 1936 ήταν μια χρονιά όξυνσης των ανταγωνισμών, τόσο μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών -που μετά την κρίση του 1929 είχαν μπει σε μια τροχιά πολεμικής οικονομικής ανάπτυξης- όσο και κυριότερα στο εσωτερικό τους, ενάντια στο προλεταριάτο. Στην Αγγλία, η εργατική τάξη έδειχνε να μην έχει αναρρώσει ακόμη από την ήττα της Γενικής Απεργίας του 1926 και τη συνακόλουθη αποσύνθεση μέρους της Αριστεράς. Οι φιλελεύθεροι Τόρυς πατούσαν γερά στην κυβέρνηση, αποτελώντας την αιχμή του δόρατος της επίθεσης στην εργατική τάξη που έβλεπε τα πιο περιθωριοποιημένα κομμάτια της (άνεργοι κλπ) να υποτιμούνται ακόμα περισσότερο. Εκτός όμως από την κεντρική πολιτική σκηνή, μια άλλη δύναμη έκανε την εμφάνισή της, οικειοποιούμενη χαρακτηριστικά του εργατικού κινήματος (πχ. διαδηλώσεις, βία στο δρόμο): οι φασίστες.

Στα 1932, ο Sir Oswald Mosley ενοποιεί τις διάφορες φασιστικές συμμορίες σε ένα “νόμιμο” και αναγνωρίσιμο κόμμα: τη Βρετανική Ένωση Φασιστών, που θα εδραιωθεί στο δρόμο μέσω της δράσης “ομάδων περιφρούρησης”/μελανοχιτώνων που επιτίθεντο σε αντιφασίστες διαδηλωτές, και θα φτάσει τα 50.000 μέλη. Υπόψην ότι πανευρωπαϊκά, ο ολοκληρωτισμός θα προβάλει ως μια καλή λύση για την πειθάρχηση του κεφαλαίου-σε-κρίση, αλλά κυρίως της εργασίας: εξόντωση συνδικαλιστών, αναρχικών, κομμουνιστών και γενικά αντικαθεστωτικών, ήταν το πρώτο βήμα τόσο της ναζιστικής Γερμανίας, όσο και της φασιστικής Ιταλίας. Στην Ισπανία, ο εμφύλιος ακόμα μαίνεται. Επιστρέφουμε στην Αγγλία λοιπόν, και μάλιστα στην καρδιά του Λονδίνου, στην Cable Street, όπου θα επιλέξουν οι φασίστες του Mosley να κάνουν μια επίδειξη δύναμης στις 4/10/1936.

Συνέχεια

Πειρατές του Εντελβάις

Tο κείμενο βρέθηκε εδώ και δημοσιεύθηκε το Απρίλη 2006 στο δελτίο «Plot Point» (Αθήνα).

Οι Ναζί, μερικούς μήνες μετά την άνοδό τους στην εξουσία στη Γερμανία το 1933, είχαν ουσιαστικά συντρίψει τη γερμανική εργατική τάξη, την οποία πολλοί θεωρούσαν ως μια από τις πιο καλά οργανωμένες στον κόσμο. Το Κομμουνιστικό και Σοσιαλιστικό κόμμα, τα συνδικάτα τους, οι πολιτοφυλακές τους και οι κοινωνικές τους οργανώσεις είχαν απαγορευθεί: οι ακτιβιστές είχαν εκτελεστεί, φυλακιστεί, εξοριστεί ή είχαν περάσει στην παρανομία. Οι εργατικές συνοικίες είχαν αποκλειστεί και υπόκειντο σε επιδρομές και έρευνες από σπίτι σε σπίτι με σκοπό την τρομοκράτηση των κατοίκων.

Το ναζιστικό πρόγραμμα δημιουργίας μιας Εθνικής Κοινότητας και φίμωσης των αντιφρονούντων μέσω της τρομοκράτησης τους θα έφτανε στο απόγειο του στα επόμενα 12 χρόνια.

Η στρατολόγηση στη Χιτλερική Νεολαία και η υποχρεωτική παρακολούθηση της εθνικοσοσιαλιστικής εκπαιδευτικής διαδικασίας ήθελαν να καταστήσουν βέβαιο ότι οι νέοι θα γίνονταν ενεργοί (ή τουλάχιστον παθητικοί) υποστηρικτές του ναζιστικού κράτους. Πίσω από την προπαγάνδα της «Εθνικής Κοινότητας» η πραγματικότητα, ειδικά στις εργατικές περιοχές, ήταν πολύ διαφορετική. Όσο περισσότερο το κράτος και η Χιτλερική Νεολαία εισέβαλλαν στη ζωή των νέων, τόσο πιο ξεκάθαρες γίνονταν οι πράξεις αντικονφορμισμού και αντίστασης. Χιλιάδες νέοι άνθρωποι αρνούνταν να συμμετάσχουν στις δραστηριότητες της Χιτλερικής Νεολαίας και, αντίθετα δημιουργούσαν ομάδες και συμμορίες εχθρικές προς τους Ναζί.

Από το 1938 μέχρι την κατάλυση του ναζιστικού κράτους, οι αρχές (ειδικά η Χιτλερική Νεολαία, η αστυνομία και η Γκεστάπο) ανησυχούσαν όλο και περισσότερο για τη συμπεριφορά και τις δραστηριότητες των «συμμοριών» των νέων προλετάριων που έγιναν γνωστές με το κοινό όνομα «Οι Πειρατές του Εντελβάις» (λόγω του εμβλήματος με ένα λουλούδι εντελβάις που φορούσαν πολλοί από αυτούς). Στην Έσση ονομάζονταν Farhtenstenze (Ταξιδιώτες), στο Ομπερχάουζεν και στο Ντύσελντορφ «Οι Πειρατές του Kittelbach», στην Κολωνία λέγονταν «Navajos». Όλοι όμως θεωρούσαν τους εαυτούς τους «Πειρατές του Εντελβάις».

Συνέχεια