Το αμερικανικό λίφτινγκ των ναζί

Από το Ιο της ελευθεροτυπίας (27/02/2005)

ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΓΚΕΛΕΝ».

Η μεταπήδηση πρακτόρων δεν είναι κάτι περίεργο. Τι γίνεται, όμως, όταν οι νικητές απορροφούν το μηχανισμό των ηττημένων; Χάρη στα αρχεία της CIA για τη (θυγατρική της) γερμανική BND, μπορούμε να δούμε μια τέτοια «συγχώνευση» επί το έργον.

Σύμφωνα με μια πετυχημένη διατύπωση, ήταν «το χειρότερα φυλαγμένο μυστικό του Ψυχρού Πολέμου». Οι Σοβιετικοί το αντιλήφθηκαν (και το κατήγγειλαν) σχεδόν αμέσως. Ο δυτικογερμανικός τύπος τού αφιέρωσε αποκαλυπτικά ρεπορτάζ ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’50, ενώ «λαϊκά» αμερικανικά έντυπα (όπως το «Time») έσπευσαν εξίσου δημόσια να το υπερασπιστούν. Μόνο η ίδια η CIA σφύριζε αδιάφορα -για να παραδεχτεί επίσημα την ύπαρξή του μόλις τον Σεπτέμβριο του 2000, όταν ο επικείμενος αποχαρακτηρισμός των σχετικών υπηρεσιακών φακέλων απαγόρευε πια κάθε υπεκφυγή.
Ο λόγος για την εκτεταμένη μεταπολεμική στρατολόγηση ενός μεγάλου αριθμού στελεχών του χιτλερικού καθεστώτος -και μάλιστα του σκληρού πυρήνα του (μυστικές υπηρεσίες και μηχανισμοί ασφαλείας)- από τις ΗΠΑ, για να συνδράμουν την εκστρατεία του «ελεύθερου κόσμου» ενάντια στον «κομμουνιστικό κίνδυνο».
Κεντρικός πυρήνας αυτής της πολιτικής υπήρξε η «Οργάνωση Γκέλεν» (από το όνομα του επικεφαλής της, στρατηγού Ράινχαρτ φον Γκέλεν), που μετά την είσοδο της ΟΔΓ στο ΝΑΤΟ μετασχηματίστηκε στην επίσημη Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πληροφοριών (Bundesnachrichtendienst ή BND), τη σημερινή, δηλαδή, γερμανική ΕΥΠ.

Η σχετικά πρόσφατη δημοσιοποίηση της ίδιας της «επίσημης Ιστορίας» της CIA για την υπόθεση, μας επιτρέπει να πάρουμε μια ιδέα για τα πρώτα βήματα αυτής της αγαστής συνεργασίας.
Πρόκειται για μια ογκώδη συλλογή εγγράφων που καταρτίστηκε από το «Ιστορικό Τμήμα» της υπηρεσίας το 1999, αποχαρακτηρίστηκε (με περικοπές) το 2002 και τιτλοφορείται «Η σφυρηλάτηση μιας κατασκοπευτικής σύμπραξης: η CIA και οι απαρχές της BND, 1945-49».
Αφορμή για τη σύνταξή της έδωσε η απόφαση του Κογκρέσου (1998) να ανοίξουν οι υπηρεσιακοί φάκελοι που αφορούν τους ναζί εγκληματίες πολέμου.
Η διαδικασία αυτή βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη: μέχρι σήμερα έχουν δοθεί στη δημοσιότητα κάπου 8.000.000 σελίδες ντοκουμέντων (οι 1.250.000 της CIA), ενώ πρόσφατα ανακοινώθηκε ο προσεχής αποχαρακτηρισμός ενός ακόμη «πακέτου» εγγράφων («Washin-gton Post» 7.2.2005).

Από το Ράιχ στον «Ελεύθερο Κόσμο»

Ας επιστρέψουμε, όμως, στην υπηρεσιακή έκδοση της CIA. Παρ’ όλο που είναι προφανής η προσπάθεια των συντακτών της να απαλλάξουν την υπηρεσία τους από την ευθύνη για την αρχική στρατολόγηση των ναζί, η εικόνα που προκύπτει από τα ίδια τα ντοκουμέντα παραμένει εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.

Το πρώτο πράγμα που εντυπωσιάζει είναι πόσο νωρίς ξεκίνησε αυτή η συνεργασία: κυριολεκτικά, πριν προλάβει καλά καλά να τελειώσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Από πλευράς των γερμανών «συμβαλλομένων», αυτό ήταν φυσιολογικό: η υπαγωγή τους στις αμερικανικές υπηρεσίες αποτελούσε για πολλούς τη μοναδική διέξοδο για να μη δικαστούν ως εγκληματίες πολέμου.

Ο επικεφαλής της πρωτοβουλίας, στρατηγός Γκέλεν, ήταν από το Μάιο του 1942 μέχρι το τέλος σχεδόν του πολέμου επικεφαλής της υπηρεσίας «Ξένες Στρατιές – Ανατολή» (Fremde Heere Ost ή FHO) της στρατιωτικής κατασκοπίας (Abwehr). Επικεφαλής, με άλλα λόγια, των υπηρεσιών πληροφοριών σε όλο το Ανατολικό Μέτωπο.

Σύμφωνα με τον υπαρχηγό του, αντισυνταγματάρχη Γκέρχαρντ Βέσελ, ο Γκέλεν ήδη από το καλοκαίρι του 1943 είχε συνειδητοποιήσει την επικείμενη ήττα του Ράιχ και την άνοιξη του 1944 του εξομολογήθηκε τα σχέδιά του για το μέλλον: «έπρεπε να γίνει κάτι ώστε να σωθούν οι βασικοί φάκελοι και αρχεία των FHO για τη Δύση». Εκτιμώντας ότι, μετά τον πόλεμο, ο κόσμος θα χωριζόταν σε δύο στρατόπεδα, είχε ήδη αποφασίσει να προσεγγίσει τους αμερικανούς (προσφέροντάς τους σε αντάλλαγμα την πολύτιμη πείρα του κατά των σοβιετικών). Με δεδομένη την ώς τότε δραστηριότητά τους, ούτε ο ίδιος ούτε ο Βέσελ είχαν άλλες επιλογές.

Στα τέλη του 1944, ένα τρίτο στέλεχος ενημερώθηκε για το σχέδιο: ο συνταγματάρχης Χέρμαν Μπάουν, επικεφαλής του δικτύου συλλογής πληροφοριών της Abwehr στο Ανατολικό Μέτωπο.

Ακολούθησε η διεύρυνση του κύκλου των «μυημένων» ανάμεσα στα επιτελικά στελέχη των ναζιστικών υπηρεσιών. Το Φλεβάρη του 1945 εντάχθηκε στην ομάδα ο πρώην υπαρχηγός του Γκέλεν, συνταγματάρχης Χάιντς Χέρε, επιτελάρχης τότε της μεραρχίας ρώσων δωσιλόγων του στρατηγού Βλασόφ.

Τις ώρες της κατάρρευσης στρατολογήθηκε στην υπόθεση και ο στρατηγός Βίντερ, αρχηγός της Επιτελικής Διεύθυνσης Νότου της Βέρμαχτ.

«Συμφωνήσαμε πλήρως», αφηγείται ο τελευταίος, υιοθετώντας την πολιτικά ορθή ορολογία των καινούριων αφεντικών του, «ότι η επόμενη φάση, που αναγκαστικά θα προέκυπτε από την ευρωπαϊκή συμφορά, θα ήταν η διαμάχη ανάμεσα στο σοβιετικό σύστημα και τη δυτική αντίληψη περί ελευθερίας. Ο Γκέλεν θεωρούσε καθήκον του να διατηρήσει κάθε αξιόλογο γερμανικό στρατιωτικό αρχείο περί Ανατολής, για το καλό των κοινών δυτικών μας αντιλήψεων».

Παρ’ όλο το «φιλοσυμμαχικό» προσανατολισμό τους, οι ζυμώσεις αυτές ουδόλως συνδέονταν με οποιαδήποτε αντιστασιακή δραστηριότητα. Το αντίθετο, μάλιστα. Καθώς το Ράιχ κατέρρεε, τα στελέχη της ομάδας προωθούνταν όλο και σε ψηλότερες επιτελικές θέσεις. Στις 21.1.45, λ.χ., ο Βέσελ ανέλαβε για ένα δίμηνο επικεφαλής του Γραφείου Πληροφοριών του Χίμλερ.

Αλλά κι ο ίδιος ο Γκέλεν, που στις 9.4.45 αντικαταστάθηκε ως «ηττοπαθής» με διαταγή του Χίτλερ από τον Βέσελ, κατηγορήθηκε μεταπολεμικά από έγκυρα χείλη ότι είχε επιφορτιστεί με την οργάνωση ναζιστικού αντάρτικου κατά των συμμαχικών στρατευμάτων -πληροφορία που ο ίδιος έσπευσε φυσικά να διαψεύσει ως «παρεξήγηση».

Η πρακτική εφαρμογή του σχεδίου προϋπέθετε, πρώτα απ’ όλα, τη διάσωση των πολύτιμων αρχείων του FHO. Η μικροφωτογράφισή τους ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 1945 και στις αρχές Μαΐου, λίγες μέρες πριν τη συνθηκολόγηση, το υλικό μεταφέρθηκε σε τρία διαφορετικά κρησφύγετα στις βαυαρικές Αλπεις.

Ακολούθησε η παράδοση των Γκέλεν, Βέσελ και Μπάουν στον αμερικανικό στρατό και η προσφορά των υπηρεσιών τους στους καινούριους προστάτες του «δυτικού πολιτισμού».

Παρακράτος αλά αμερικανικά

Λιγότερο προφανής από τη διαθεσιμότητα των ναζιστικών στελεχών είναι η προθυμία της αμερικανικής πλευράς να δεχτεί τις προτάσεις τους. Αν η απορρόφηση «τεχνοκρατών» επιστημόνων (όπως ο Βέρνερ φον Μπράουν) θεωρούνταν λίγο πολύ αυτονόητη, δεν ίσχυε το ίδιο για τα στελέχη της Abwehr και των SS, η «ειδίκευση» των οποίων δεν μπορούσε να διαχωριστεί από τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του καθεστώτος που υπηρετούσαν.

Στα μέσα του 1945 η αντιχιτλερική συμμαχία εξακολουθούσε ν’ αποτελεί (τυπικά τουλάχιστον) τη βάση των μεταπολεμικών διευθετήσεων, η δε χιτλερική ηγεσία είχε συλληφθεί και παραπεμφθεί στη Νυρεμβέργη. Οσο για την κήρυξη του Ψυχρού Πολέμου, αυτή απείχε τουλάχιστον μία διετία: ο Τσόρτσιλ μίλησε για «σιδηρούν παραπέτασμα» μόλις το Μάρτιο του 1946, ενώ το Δόγμα Τρούμαν και η Κομινφόρμ προέκυψαν το 1947. Καθόλου περίεργο, λοιπόν, που η αρχική αυτή φάση ενσωμάτωσης της «Οργάνωσης Γκέλεν» στον αμερικανικό κατοχικό μηχανισμό χαρακτηρίζεται από ολοκληρωτική απουσία γραπτών ντοκουμέντων -όπως, ήδη το 1948, διαπίστωσε ο τότε σταθμάρχης της CIA στο Μόναχο, Τζέιμς Κρίτσφιλντ.

Η αρχική απόφαση για την «αξιοποίηση» του Γκέλεν και των συνεργατών του αποδίδεται στον στρατηγό Εντουιν Σίμπερτ, επικεφαλής του Α2 της 12ης αμερικανικής στρατιάς (κι εν συνεχεία των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη). Αυτός, όμως, σε μεταγενέστερη ενδοϋπηρεσιακή κατάθεσή του (1970) αποποιείται κάθε ευθύνη: διαψεύδει ότι είχε καταλήξει σε «προφορική συνεννόηση» με τον Γκέλεν το 1945, ισχυριζόμενος ότι συναντήθηκε μαζί του πρώτη φορά τον Αύγουστο του 1946 (και τελευταία ένα μήνα μετά) και ότι ουδέποτε μίλησε με τους Βέσελ και Μπάουν.

Ο τελευταίος, ωστόσο, στο προσωπικό ημερολόγιό του αναφέρεται επανειλημμένα σε «αποφάσεις» του Σίμπερτ για διάφορα ζητήματα.

Εκεί που όλοι συμφωνούν, είναι στον καθοριστικό ρόλο που έπαιξε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο: ο λοχαγός Τζον Μπόουκερ, γόνος βιομηχάνων της Ν. Υόρκης και απόφοιτος του Γέιλ, με ισχυρές διασυνδέσεις στην Ουάσιγκτον. Χάρη στη δική του παρέμβαση κι εμμονή, αποφεύχθηκε η «διάχυση» των αρχείων του FHO στις αρμόδιες υπηρεσίες Ιστορίας του αμερικανικού στρατού, όπως αρχικά προβλεπόταν.

«Οι ανακρίσεις αρκετών υψηλόβαθμων γερμανών αξιωματικών που είχαν διοικήσει μονάδες στο Ανατολικό Μέτωπο, είχαν χωρίς αμφιβολία ξυπνήσει μέσα μου αυτό που ήταν ήδη μια λανθάνουσα αντιπάθεια για τους σοβιετικούς», διαβάζουμε στη δική του ενδοϋπηρεσιακή κατάθεση. Εκεί, ο Μπόουκερ εξηγεί πώς αγωνίστηκε να «σώσει» διάφορες μονάδες πληροφοριών του χιτλερικού στρατού: «Υπέδειξα τη μεταφορά ολόκληρης της ομάδας μαζί με τα ντοκουμέντα της στην Ουάσιγκτον […] Επισήμανα επίσης ότι μεγάλο μέρος της αξίας των ντοκουμέντων θα χανόταν, χωρίς ενδελεχή ανάκριση του δευτεροβάθμιου προσωπικού που τα είχε παραγάγει». Προσπάθησε, τέλος, να εμποδίσει την ανάκριση των συλληφθέντων από το σώμα αντικατασκοπίας (CIC) του αμερικανικού στρατού, καθώς θεωρούσε ότι «αρκετοί από το προσωπικό του CIC ήταν το λιγότερο φιλοσοβιετικοί στις αποκλίσεις τους».

Την ίδια τακτική ακολούθησε όταν, τον Ιούνιο του 1945, ανέλαβε την ανάκριση του Γκέλεν. Επειτα από μια φιλική συζήτηση «σχετικά με την πιθανή ευθυγράμμιση της Δύσης κατά των σοβιετικών», ο τελευταίος αποκάλυψε στον Μπόουκερ την ύπαρξη των κρυμμένων αρχείων και τα σχέδιά του.

«Του απάντησα ότι είμαι πεισμένος για την αξία της δουλειάς του και πιστεύω ότι το προσωπικό και οι φάκελοι θα πρέπει να ανασυσταθούν το ταχύτερο, πρέπει όμως να πείσουμε τις ανώτερες αμερικανικές αρχές».

Αποκορύφωμα της συνεννόησης ήταν η εξομολόγηση του ανακριτή στον ανακρινόμενο, ότι «στα αμερικανικά επιτελεία υπήρχε μια τρομακτική αντίθεση στη συλλογή πληροφοριών εναντίον των σοβιετικών συμμάχων μας».

Τελικά, η επιμονή του αξιωματικού που έβλεπε «φιλοκομμουνιστές» ακόμη και στο σκληρό πυρήνα των αμερικανικών υπηρεσιών, έφερε αποτελέσματα.

Η ομάδα του Γκέλεν μεταφέρθηκε μεν αεροπορικά τον Αύγουστο στις ΗΠΑ, παρέμεινε όμως συγκροτημένη (μαζί με τα αρχεία της) στο Φορτ Χαντ της Βιρτζίνια. Πίσω στη Γερμανία έμειναν οι Μπάουν και Βέσελ, που ανέλαβαν να συγκεντρώσουν παλιούς τους συνεργάτες, ανασυγκροτώντας ουσιαστικά ένα μέρος του μηχανισμού της Abwehr.

Κράτος εν κράτει

Η καθοριστική τομή θα έρθει το Γενάρη του 1946 με την έναρξη της «επιχείρησης Ράστι», ενός προγράμματος συλλογής πληροφοριών από τη σοβιετική ζώνη (αλλά και «αντικατασκοπίας» στον αμερικανικό τομέα), υπό την καθοδήγηση και κάλυψη του αμερικανικού Α2. «Η απόφαση αυτή ήταν καθοριστική, καθώς σηματοδότησε μια ριζική τομή σε σχέση με την ώς τότε πρακτική της συγγραφής μελετών με βάση παλιούς φακέλους της Βέρμαχτ», εξηγεί ο λοχαγός Ερικ Ουόλντμαν, που στο επόμενο διάστημα επρόκειτο να αναλάβει επικεφαλής του «αμερικανικού τμήματος» της οργάνωσης.

Τον Ιούλιο του 1946, η ομάδα του Γκέλεν επιστρέφει στη Γερμανία και το πρόγραμμα οργανώνεται σε σταθερή βάση. Υστερα από τριάμισι χρόνια ζυμώσεων ανάμεσα στις διαδοχικές αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες της εποχής (SSU – CIG – CIA), και παρά τις ενστάσεις που γεννά η de facto αυτονόμησή της, η «οργάνωση» θα υπαχθεί την 1η Ιουλίου 1949 κανονικά στη CIA.

Καθοριστική σ’ αυτή την επιλογή θα είναι η διαπίστωση του σταθμάρχη του Μονάχου, το Δεκέμβριο του 1948, ότι το όλο δίκτυο της επιχείρησης, στις τάξεις του οποίου είχαν ήδη στρατολογηθεί «τουλάχιστον 4.000 Γερμανοί», συνιστούσε πια ένα «τετελεσμένο».

Το δεύτερο χαρακτηριστικό της «Οργάνωσης Γκέλεν», είναι η σχεδόν ολοκληρωτική αυτοτέλεια του μηχανισμού της απέναντι στην προϊστάμενή της αμερικανική διοίκηση.

Σύμφωνα με την ντιρεκτίβα της 13.10.48, το μοναδικό γραπτό ντοκουμέντο στο οποίο κωδικοποιήθηκαν οι όροι της εκατέρωθεν συνεργασίας, ο αμερικανός διοικητής του προγράμματος ήταν υπεύθυνος για την παροχή γενικών κατευθύνσεων και τη χρηματοδότηση, ενώ ο γερμανός διοικητής (δηλαδή ο Γκέλεν) υπεύθυνος για την πρακτική εφαρμογή των οδηγιών και τη διαχείριση των σχετικών κονδυλίων.

Στον Γκέλεν ανήκε αποκλειστικά η «πειθαρχική εξουσία» πάνω στην οργάνωση, ο δε αμερικανός προϊστάμενός του μπορούσε απλώς να (του) ζητήσει την αποβολή κάποιου μέλους. Οι ίδιες διατάξεις διατηρήθηκαν και στο «βασικό σύμφωνο» του 1949 για τη «συνεργασία» του όλου μηχανισμού με τη CIA.

Στην πράξη, τα πράγματα ήταν ακόμη απλούστερα. «Το αμερικανικό σκέλος» της οργάνωσης, διαπιστώνει το 1948 η έκθεση Κρίτσφιλντ, «ασχολείται πρωταρχικά με την παροχή οικονομικής και λογιστικής υποστήριξης, καθώς και με την αντιμετώπιση προβλημάτων νομιμοποίησης, στέγασης, κάλυψης και μεταφοράς του γερμανικού σκέλους». Το τελευταίο, αντίθετα, «δεν μπορεί πλέον να περιγραφεί επακριβώς σαν μια επιχείρηση συλλογής πληροφοριών», καθώς «στην πραγματικότητα έχει εξελιχθεί σε Γερμανική Υπηρεσία Πληροφοριών, στελεχωμένη με πρώην αξιωματικούς της Abwehr και του ΓΕΣ».

Η ίδια έκθεση σκιαγραφεί αναλυτικά τις δραστηριότητες του δικτύου: Προτεραιότητά του αποτελεί η κατασκοπεία στην Ανατολική Γερμανία και ακολουθούν κατά σειρά η Πολωνία, η Τσεχοσλοβακία, η Ρουμανία και η Ουγγαρία.

Ο μηχανισμός της οργάνωσης στη Γιουγκοσλαβία, αντίθετα, επρόκειτο να καταργηθεί μετά τη ρήξη Τίτο-Στάλιν αλλά και την εξάρθρωση μεγάλου μέρους του από τις γιουγκοσλαβικές υπηρεσίες. Εντελώς δευτερεύουσα ήταν η δουλειά στη Βουλγαρία, τη Βαλτική και τη Δυτική ΕΣΣΔ (κυρίως εντοπισμός πιθανών στόχων για την αμερικανική αεροπορία), ενώ υπήρχαν συμπληρωματικά δίκτυα υπό ενεργοποίηση στο μεσανατολικό «υπογάστριο» της ΕΣΣΔ.

Ειδικότερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διείσδυση της οργάνωσης στα σώματα ασφαλείας της Δυτικής Γερμανίας.

Ο Κρίτσφιλντ καταγράφει «συντονισμένες προσπάθειες» τέτοιων στρατολογιών, καθώς και την πρόσφατη απόπειρα διορισμού ενός μέλους της οργάνωσης «με ατυχές κομματικό παρελθόν» (δηλαδή υψηλόβαθμο στέλεχος των ναζί) στο κρίσιμο πόστο του διοικητή των «συνοριακών φρουρών» της Βαυαρίας.

Οι παρενέργειες αυτής της διαπλοκής ήταν αναμενόμενες. Τον Ιούλιο του 1948, ο σταθμάρχης της CIA στο Μόναχο καταγγέλλει την «ανάμειξη του «Ράστι» στην εφαρμογή του νόμου, ιδίως στις διαδικασίες της αποναζιστικοποίησης και των συλλήψεων», επισημαίνοντας ότι τα ειδικά πιστοποιητικά με τα οποία εφοδιάζουν τους πράκτορες του Γκέλεν οι αμερικανικές υπηρεσίες χρησιμοποιούνται όχι μόνο ως «μέσα κοινωνικής προβολής» αλλά «και για τον πειθαναγκασμό των αμερικανικών και γερμανικών αστυνομικών αρχών».

Λιγότερο διακριτικός θα είναι τον επόμενο μήνα ο αναπληρωτής σταθμάρχης της CIA στην Καρλσρούη:

«Ορισμένοι από τους πράκτορες που απασχολούνται είναι πρώην μέλη των SS με γνωστό ναζιστικό μητρώο […]. Οι μέθοδοι στρατολόγησης αφήνουν να διαφανεί μια έντονα εθνικιστική ομάδα Γερμανών που εύκολα θα μπορούσε να γίνει ο πυρήνας σοβαρής ανατρεπτικής δραστηριότητας εναντίον οποιασδήποτε κατοχικής δύναμης. Ταυτόχρονα, η διανομή των εφοδίων, χρημάτων κ.λπ. είναι τόσο χαλαρή κι εξεζητημένη, ώστε έχει σοβαρή επίδραση στη μαύρη αγορά».

Για τις λεπτομέρειες αυτής της ανασύστασης των παλιών ναζιστικών δικτύων, αποκαλυπτική είναι μια μεταγενέστερη (22.8.52) αναφορά της CIA: επικεφαλής του παραρτήματος του Εσεν είναι ένα πρώην στέλεχος των SS (Καρλ Σούετς) που θεωρούσε ότι «το μόνο προσόν για έναν αστυνομικό ανακριτή ήταν ένα κομματικό βιβλιάριο του ναζιστικού κόμματος με μικρό αύξοντα αριθμό».

Καθόλου περίεργο, λοιπόν, που -όπως γνωρίζουμε από άλλες πηγές- μια σειρά από πρωτοκλασάτους εγκληματίες πολέμου, όπως ο Κλάους Μπάρμπι ή ο Αλόις Μπρούνερ, πέρασαν τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια από τις γραμμές της «Οργάνωσης Γκέλεν».

Για τον Εμίλ Αουγκσμουργκ πάλι, στέλεχος της οργάνωσης (και παλιότερα του Ινστιτούτου Βανσέε των SS, που σχεδίασε το Ολοκαύτωμα), ο αποχαρακτηρισμένος φάκελός του στη CIA περιορίζεται να διαπιστώσει ότι είναι «τίμιος και ιδεαλιστής» που «απολαμβάνει το καλό φαΐ και ποτό» και -κυρίως- ότι «έχει μυαλό χωρίς προκαταλήψεις».

Πολύ φυσικά, λοιπόν, η οργάνωση επιχείρησε να περιβάλει το έργο της με ακραία μυστικότητα. Στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, τα περισσότερα στελέχη της είχαν ταυτότητες με ψευδώνυμα (ο Γκέλεν π.χ. εμφανιζόταν -και υπέγραφε- ως «Δρ Σνάιντερ»), ενώ ακόμη και κατά τις διαπραγματεύσεις τους με τις επίσημες δυτικογερμανικές αρχές (που κατέληξαν στην ίδρυση της BND) απέφευγαν να δηλώνουν τα ονόματά τους.

Τελικά, το εγχείρημα του Γκέλεν είχε αίσιο τέλος: τον Απρίλιο του 1956 η οργάνωσή του μετασχηματίστηκε σε επίσημη δυτικογερμανική Υπηρεσία Πληροφοριών και ο ίδιος έμεινε επικεφαλής της μέχρι τον Απρίλιο του 1968. Πέθανε το 1979 σε ηλικία 77 ετών, αφού πρώτα κυκλοφόρησε βιβλίο με τα (αυτολογοκριμένα, ως είθισται) απομνημονεύματά του.

Παράπλευρες απώλειες

Η αξία του έργου του παραμένει αμφιλεγόμενη. Ηδη από τον Οκτώβριο του 1946, η CIG εκτιμούσε λ.χ. ότι το κόστος των κατασκοπευτικών υπηρεσιών της οργάνωσης ήταν ασύμφορο (πολλαπλάσιο, γαρ, των αντίστοιχων δαπανών των αμερικανικών υπηρεσιών) και ζητούσε τη διάλυσή της.

Απείρως σημαντικότερη, από ιστορική άποψη, έμελλε να αποδειχθεί ωστόσο η σημασία των «στρατηγικών» αναλύσεων του δικτύου -που επί χρόνια τροφοδοτούσε τις αμερικανικές υπηρεσίες με υπερβολικές εκτιμήσεις για τις διαστάσεις της «σοβιετικής απειλής» (αλλά και της αντικομμουνιστικής «ένοπλης αντίστασης» στις χώρες της Ανατ. Ευρώπης). Οι διαστρεβλώσεις αυτές της πραγματικότητας μπορεί να οφείλονταν σε ευσεβείς πόθους στρατευμένων ακροδεξιών, μπορεί και στη συνειδητή προσπάθειά τους να διευρύνουν όσο γίνεται το χάσμα ΗΠΑ-ΕΣΣΔ που διασφάλιζε τη δική τους μακροημέρευση. Το σίγουρο είναι, πάντως, ότι συνέβαλαν καθοριστικά τόσο στη δρομολόγηση όσο και στην παράταση του Ψυχρού Πολέμου.

Κλείνοντας αυτή την περιδιάβαση, δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε για την «αξιοποίηση» που οι αμερικανικές υπηρεσίες επιφύλαξαν, μισόν αιώνα αργότερα, στους αντίστοιχους μηχανισμούς των ηττημένων του Ψυχρού Πολέμου. Πόσοι και ποιοι από τους ανατολικοευρωπαίους πράκτορες κλήθηκαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στη Νέα Τάξη των Μπους και Σία;

Αν κάνουμε υπομονή καμιά πενηνταριά χρονάκια, κάτι μπορεί να μάθουμε και γι’ αυτή την ιστορία…

Η «Οργάνωση 114»

Η ανάπτυξη ενός δικτύου «αντικατασκοπίας» στο εσωτερικό της ΟΔΓ, με στόχο τους πράκτορες των σοβιετικών αλλά και τον «εσωτερικό εχθρό», αποτελεί την πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της «Οργάνωσης Γκέλεν». Μια ιδέα γι’ αυτό το μηχανισμό παίρνουμε από πολυσέλιδη έκθεση (17.12.48) του Τζέιμς Κρίτσφιλντ, σταθμάρχη της CIA στο Μόναχο.

Τα κεντρικά γραφεία της «Οργάνωσης 114», όπως ήταν το υπηρεσιακό όνομα του εν λόγω δικτύου, στεγάζονταν σ’ ένα (επισήμως «ιδιωτικό») διαμέρισμα της Καρλσρούης. Σε όλη τη χώρα, η «114» απασχολούσε συνολικά κάπου 400 άτομα, από τα οποία περίπου 100 ήταν ρώσοι εμιγκρέδες οργανωμένοι σε παραστρατιωτικό τμήμα, μ’ επικεφαλής έναν τέως αξιωματικό της σοβιετικής MVD και βάση επίσης την Καρλσρούη.

Από κει και πέρα, υπήρχαν μικρά παραρτήματα του δικτύου σε όλη την αμερικανική ζώνη κατοχής, με ιδιαίτερη το καθένα εξειδίκευση και αποστολή. Ο «σταθμός» του Μανχάιμ ασχολείτο λ.χ. με την «προστασία των οργανώσεων ενεργού κατασκοπείας» που εξορμούσαν από κάποιο συγκεκριμένο μέρος (πιθανότατα τη βρετανική ή τη γαλλική ζώνη), αυτός του Οντερβαλντ με την «έρευνα για γιάφκες, χώρους ταφής κ.λπ.», εκείνος της Εσσης με την «παρακολούθηση σοβιετικών και άλλων ξένων αποστολών στην περιοχή», κ.ο.κ.

Η «επιτήρηση ολόκληρης της μεθορίου των ζωνών ΗΠΑ και ΕΣΣΔ» ήταν έργο του «σταθμού» του Κόμπουργκ, ενώ αυτός του Δυτικού Βερολίνου ειδικευόταν στη διείσδυση στις ανατολικογερμανικές κομμουνιστικές οργανώσεις, στην παρακολούθηση του «πολιτισμικού μπολσεβικισμού» και -κυρίως- στον «εντοπισμό των εγκαταστάσεων» των σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περιγραφή των δραστηριοτήτων του «παράνομου» σταθμού του Γκέρνσμπαχ, στη γαλλική ζώνη κατοχής -λογοκριμένη μεν από την έκδοση για «λόγους εθνικής ασφαλείας» των (σημερινών) ΗΠΑ, ευδιάκριτη όμως από τα συμφραζόμενα. Σύμφωνα με το συντάκτη της έκθεσης, ο σταθμός «δημιουργήθηκε αρχικά εξαιτίας της ισχυρής κομμουνιστικής επιρροής στη Securite» (δηλ. τη γαλλική Ασφάλεια) και επικεφαλής του ήταν κάποιος καθηγητής της Χαϊδελβέργης, δημοφιλής στους (ακατονόμαστους) Γάλλους «επειδή ήταν γνωστός ως αντιναζιστής στην Αλσατία» και αυτοί «αγνοούν την κατασκοπευτική του εμπειρία».

Ολα αυτά όμως ήταν ψιλά γράμματα μπροστά στο έργο των σταθμών της Στουτγάρδης και του Μονάχου. Ο πρώτος είχε αναλάβει την «παρακολούθηση των σοβιετικών και γιουγκοσλαβικών αντιπροσωπειών στην περιοχή», κυρίως όμως «το φακέλωμα όλων του αντιφασιστών αιχμαλώτων πολέμου που επαναπατρίζονταν». Ανάμεσα στους πράκτορές του συγκαταλέγονταν οι τοπικοί υπουργοί Οικονομίας και Εσωτερικών. Ο τελευταίος είχε υποσχεθεί την τοποθέτηση ανθρώπων της οργάνωσης «σε όλα τα κρίσιμα αστυνομικά πόστα της Βάδης-Βυρτεμβέργης μέσα στους προσεχείς δυο τρεις μήνες».

Ο σταθμός του Μονάχου, τέλος, είχε επικεφαλής έναν αξιωματικό της Βέρμαχτ «με καλές επαφές στην εγκληματολογική υπηρεσία» της πόλης και αποστολή την προστασία του κεντρικού στρατοπέδου της οργάνωσης στο Πούλαχ, την καθοδήγηση «μιας ομάδας γερμανογενών ρώσων» εμιγκρέδων και την εξουδετέρωση του ντόπιου κομμουνιστικού κινήματος.

«Δεδομένου ότι το προσωπικό του είναι πρώην αστυνομικοί ή μέλη της Γκεστάπο που οι προηγούμενες δραστηριότητές τους είχαν επικεντρωθεί στις δραστηριότητες του παράνομου τότε ΚΚΓ», εξηγεί με απόλυτη ψυχραιμία ο σταθμάρχης της CIA, «αυτός ειδικά ο σταθμός διεξάγει επίσης επιχειρήσεις διείσδυσης με αρκετή επιτυχία, έτσι ώστε να μπορεί να ελπίζει ότι θα κατορθώσει να τεκμηριώσει (παράνομη) συνεργασία μεταξύ του ΚΚΓ και των σοβιετικών αποστολών στην αμερικανική ζώνη και σε τελική ανάλυση με την Κομινφόρμ».

http://www.iospress.gr/ios2005/ios20050227a.htm

Advertisements